Top Definition
The act of a group of men pooping on a woman's face. Like a bukake, but much more aggressive.
Ethan, Bob, Jose, and Arnold all gave Michelle a huge poopkake as she begged for more shit to be lain on her face.
από 908 Projectile 30 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.