Top Definition
A person who is the embodiment of a potato.
Iam is a potat.
από iambroitisme 25 Ιανουάριος 2013
1 more definition
A potat is a half person, half potato creature. Erics are ALWAYS potats. 90% of all potats are named Eric.
"Hey look at Eric! Dong potat things. He's such a potat."
από iamnotpotato 27 Μάιος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×