Top Definition
A person not completely dedicated to their area of expertise or interests. Often referring to people not serious enough.
Kevin was powersing gaming by not playing games often enough. He's not a serious gamer.
από E_Squar3d 11 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Powersing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×