Top Definition
A powerful poke
Shut It! or i shall powk you
από NavaBlows 5 Μάρτιος 2012
1 more definition
Powk is a placeholder word that can describe the end of an action, a surprise, a confirmation, etc..
John: Here's my final report...
Somy: Powk!
από SomyDeLaFomy 20 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×