Top Definition
The model of a modern male model, especially one swarthy, stubbly yet winsome, with mirrored sunglasses and at least two white-and-gleaming articles of clothing.
Giorgio is the Pradatype: His white kicks glint, he smokes real cool, and even when he squats in the gutter, it becomes the handsome place to be.
από MosDayz 10 Ιούλιος 2008
5 Words related to Pradatype

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×