adj. & n. • adj. the state of being the most hated and
ill-received member of a given social group. • n. unimaginable levels of unabrashed and unfounded arrogance resulting in significant shunning and/or ridicule.
Damn girl, you so pritly, yo mama had to tie a pork chop to
yo' neck so the dog would play with you
από teXXX & barT 23 Απρίλιος 2003
lowest place in a social group.
hes such a pritly bitch....hes go no friends.
από Nat 20 Απρίλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×