Top Definition
(v.: intr. or reflexively transitive) to procrastinate in a way that seriously fucks you over, short term or in the long run, especially by way of meaningless activities; -tination,(n.) the act of profuctinating
I really profuctinate(d) myself last night on Urban Dictionary; I should have been writing my paper.
από Yuck-Yucky-san 8 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×