Adj. The act of portraying oneself with the characteristics of a prostitute. The characteristics of a prostitute include getting paid for sexual activities such as oral, anal, or intercourse. Payments can consist of cash, items of value, or job opportunities.
My sister was acting all Prostitutey when she propositioned the police officer for a handjob.
από Rosariog 6 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×