Top Definition
A compination of the words pudgey and budget, it is used to describe a generous budget.
I just got my tax returns so I am giving myself a pudget to go shopping.
από Jimena Shonaru 14 Οκτώβριος 2009
1 more definition
In some parts of southern Florida it is slang for "Content"content
She seemed pudget, which was odd, because she had just been sectioned.
από chebby-chubby 18 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×