Top Definition
(Adjective) to be dishonest or a general jerk; originally derived from the character Captain Hook; to be two-faced
"He acted like he liked her, and then went out with that other girl! He is totally pulling-a-hook!"
από RemindYouOfAnyone 21 Μάιος 2009
5 Words related to Pulling-A-Hook

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×