Top Definition
A guy with long red hair who loves men and likes to say obscure and homosexual things to male students.
He's pulling a Pumkinlocks on me.

Yeah, he asked me how long my dick was too.
από Bilbillyoatengoatenbeebopadetn 19 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Pumkinlocks

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.