Top Definition
(n.) A perfect booty to slam your manhood into.
(v.) Wanting to slam a chick.
(n.) Dude, look at the punchbump on that chick.
(v.) Dude, I would totally punchbump that chick.
από Monomikek 27 Ιούλιος 2009
5 Words related to Punchbump

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×