Top Definition
N, V, Adj. - Anything or anyone involved in shits of an insidious nature.
Noun - "That kid is the epitome of a punched grumper."
Verb - "Oh shit, dude. I gotta punch a grumper."
Adjective - " That bitch burnt me worse then that punched grumper from KFC last night."
από The Grump Puncher 3 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Punched Grumper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.