To go on a puncher: Leave an institution of study or learning such as a library to avoid the act of study or learning.
I was on a puncher for two hours.
Take a puncher!
punch
puncher
από An Múinteoir Cliste 21 Νοέμβριος 2009
(n) short for donkey puncher
that guy is such a puncher
από chirs 29 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×