Top Definition
Noun:

drops of clear, sweet liquid which flow from a vagina when sexually aroused.

N.B. not to be confused with the alternative, "Pussy Tears (Rips)"
e.g. 1

He caressed and stroked her gently, on her way to orgasm, crying pussy tears.

e.g.2

"Mate, she was well wet, you should have seen the pussy tears"
από Agent76 26 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×