(Verb), To Expend Huge Amounts Of Energy Over Massive Amounts Of Time Without The Gain Of Any Useful Results.
Fred: "Oh, Where's Deanna?"
Alex: "She's Out Putt-Fucking Around In The Parking Lot."
από Caleb Ashby 19 Ιανουάριος 2009
To engage in sexual intercourse in or around a mini golf "windmill."
Bart Simpson was conceived as a result of putt-fucking.
από Short Editor 12 Μάιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×