Top Definition
Variant of the verb pwn, which means total domination of an opponent. This is used for someone who is pwned on a regular basis.
Tanner is such a pwnny, when has he ever won a game of halo.
από P.T. Holler 29 Νοέμβριος 2007
6 Words related to Pwnny

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×