Top Definition
The act of holding up and inconveniencing all around you for the sake of your own needy nonsense.
Fuckin Pyram made us late again, so we had to tail a speeding ambulance just so we can beat the traffic on the highway.
από Pifftard 19 Μάρτιος 2009
5 Words related to Pyram

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.