Top Definition
The light headed feeling or nicotine rush you get from smoking a cigarette
I'm felling pretty quashed after that fag.
από nxt. 4 Μάιος 2009
1 more definition
To be very drunk, or burnt out.
'Goddamn I was quashed the other night at that party'
από 4:20 12 Ιούλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×