Top Definition
To become severely intoxicated on alcholic beverages.
Beave got quenched and mooned a squad car. Now he is spending the night in the drunk tank.
από JBeave 22 Αύγουστος 2010
3 Words related to Quenched

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.