Top Definition
To quietly astound by sparkling, incisive wit. Sometimes ironic.
He was quietzappling here the other day . . . He does rather quietzapple . . . and it is rather tiring.
από Mousico 26 Ιανουάριος 2009
5 Words related to Quietzapple

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.