Top Definition
Swimming in quim: muff diving.

To eat a girl out, and be covered in quim.
"Did you bring your bathing suit?"
"No need, I'm just here to go quimming"
από frauenarZt 11 Ιανουάριος 2015
1 more definition
The act of not being able to pass a person in a hallway.
"Man, the other day I was not able to walk past Tyrone in the hall. He kept quimming, and I couldn't get by him."
από jldr56 16 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×