Top Definition
The radicalisation of someone means their conversion to an extreme point of veiw.

Mostly used to describe suicide bombers influenced by radical Islam.
He was radicalised during his time in Iraq.

The series of radicalisations at universities was a cause of concern.
από MC1992 :) 8 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×