1. Adj. Having awe-inspiring qualities;
2. V. Completed a task with flying colors;
3. Adv. Done with tremendous force, skill, or gusto
1. Holy crap, the Atlantic Ocean is simply raebram!

2. Wow brah, totally raebrammed that test today.

3. The artwork was done with such raebram that I couldn't help but be completely amazed.
από Steve and Mary 2 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×