Top Definition
v. To have a sudden and random jolt of sexual energy and jack off at the exact place and time it happens.
Hey guys, I saw American Pie last night and had to randojack!
από RYANBG 18 Αύγουστος 2009
5 Words related to Randojack

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×