Top Definition

Building up a new store of weapons, or replacing old weapons with better ones.

When you're preparing for war, you need to go through a rearmament.
από Jafje 10 Μάιος 2007
1 more definition
4 Words related to Rearmament
When an individual, organisation or government seeks to rebuild thier fighting power from a drastic fall.
Germany's re-armament
από Gumba Gumba 13 Μάιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×