Top Definition
A theatric genius that achieves sarcasm at a young age.
That young man is a Reinwald because of the many oscars and the perfection of sarcasm.
από Samuel Arthur 29 Δεκέμβριος 2005
5 Words related to Reinwald

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×