Top Definition
To get wasted again before fully recovering. The hangover phase is not completed in its entirety.
Kim and I were going to go to the park for a picnic, instead we went to the bar and got rewasted.
από Dr. Einstein Esq. 5 Αύγουστος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.