Interrupted by boss or coworker while chatting online while at work.
IM: "Sorry. Rhinoed. Back."
από kaiball 10 Μάιος 2007
1 more definition
Top Definition
When a really fat person is walking towards you and you do not move out the way and they walk into you.
Dude1: Watch Out man yor gonna ge rhinoed
Dude2: aaah Shiiit!!!!
από maroman1 1 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×