Top Definition
To have envy of another mans size, strength, girth and length
Wow I am so Richley compared to that guy!!!!
#richley #body building #pumped up #small #camp
από Phil Meacham 17 Αύγουστος 2007
4 Words related to Richley
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×