Top Definition
Someone who likes to tickle (1) their own browneye, or (2) their boyfriend's!
Becarefull of going to Wales as it's full of Ringtickler's!
από Paska Paperi 26 Ιανουάριος 2004
someone who brings fun of playing with their or someone else's arse
"go on, let me tickle your ring"
από bringoutthegimp 4 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×