Verb
1. Tripping on rohto
2. Experiencing the intense, 20-25 second long sensations of using rohto brand eyedrops. Often accompanied by significant tearing and rubbing of the eyes.
Yo, take hold of the wheel, I can't see, I'm rohto tripping.

You're crying like a little girl, is this the first time you've rohto tripped?
από yranoitcidnabru 19 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×