Top Definition
The act of perpetrating romance, not to be confused with "romantic" or "romantastic". When one is engaged in romance.
Overheard from Kristi to Josh - "I'm looking forward to you being romanceful"
#romantic #romantastic #romancable #romance-ful #romance
από josh and kristi 29 Ιούλιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×