Top Definition
Past tense of the verb "to roost". The act of basking another vehicle or person in mud, crud, or debris of some sort, by using your rear wheels and harsh acceleration.
That prick roosted me while my window was down
από 4x4king 29 Οκτώβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×