Top Definition
Adj. To feel sick, like you're going to vomit. v. To rounce.
"i can't mix beer and wine, it makes me feel rouncid."
από Chico D 12 Μάιος 2010
3 Words related to Rouncid

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.