Top Definition
To be in the mood to party. Fiesty, frisky, roudy.
Im feeling rouncy. Lets get rouncy tonight.
από Sin-a-fer 19 Αύγουστος 2006
1 more definition
A saucey little line of equestrian clothing and accessories.
Be Rouncy - ride like a girl!
από Gallopgirl 28 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×