Top Definition
(verb) To be fucked orally or anally; Can also mean to be screwed.
Can also be:

I think I am rufferized on that test today.
Man, I rufferized that woman yesterday.
από xECxSwiss 24 Ιανουάριος 2007
4 Words related to Rufferized

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.