Top Definition
Old, ramshackle, badly built and a bit rustic.
The fence was so rumpty it fell down when she shut the gate.
από Lizly 21 Οκτώβριος 2013
1 more definition
(a) Large and rotund body shape.
The man filling up his car at the petrol station was very rumpty.

The cartoon bear mascot was rumpty.
από Darrel and Richard Greaney 24 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×