Top Definition
The act of sucking a lactating breast of a woman who is in the process of defacating (toilet optional).
Christy just ate McDonalds and had to use the bathroom, but John still wished for the milking breast so the rumsuckling commenced.
από Rumsucklers 8 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.