Top Definition
To prematurely run from a fight, often leaving behind your friends to preserve your IRS.
He Ryax'd before we even lost.
από Ryaax 21 Φεβρουάριος 2008
1 more definition
10 Words related to Ryax
(v.)To scramble one's password for an account, in such a way that they successfully lock themselves out of it intentionally.
I'm done. I just pulled a Ryax.
από bleen 6 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×