Top Definition
The act of oral sex through a mormon glory hole. Usually performed through the hole in a sheet, to prevent body contact and resulting impure thoughts.
Not wanting to remove his own magic underwear, he instead gave her a Salt Lake Lickey.
από diaphanous 27 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Salt Lake Lickey

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×