Top Definition
Salt (adjective); Ridiculous, insane, wacky, zany, absurd, nutty, harebrained.

Carrot (Adjective); To be or act of douche-like nature.
"Man, he invited himself with us again? what a salty carrot."
#salt #carrot #asshole #douchebag #crazy #insane #zany #wacky #absurd #nutty #harebrained
από Dazzle42 16 Μάρτιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×