Top Definition
A female who makes sammiches. A sammich wench (sometimes shortened to sammwench) is often a woman who is under the impression that she has liberty, but who is truly enslaved by a hungry male friend.
I once had a Sammich wench. But then one day I sent her to the store for more bread, and she was never seen again.
από Duchess WINston. 7 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.