Top Definition
The awkward walk that is usually adopted by people wearing open-backed sandals.
Jason burst out of the woods, machete in hand and face still covered with a hockey mask, sending all of the teenage camp councilors running except for Gayla, who was caught within seconds because she could only sandal shuffle.
από Kate Charlton 12 Αύγουστος 2008
7 Words related to Sandal Shuffle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.