Top Definition
The measures of a particular person or group's amount of sarcasm over an extended period of time.

A combination of "sarcasm" and "statistics".
Person1: Dude, did you see how sarcastic that guy was?
Person2: Yeah, his sarcastatistics must be through the roof.
από InoxFY 7 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×