Top Definition
ska-li-wag h-kər fās n. -

1. A home-wrecking skip-skop skeezer interested in relentlessly pursuing relations with a brother who is already in a relationship.

- Jordan Jarnagin
Scallywag hookerface: "Cuz you're a scallywag, a hookerface. Stop stalking a brother. I'm about to catch a case."

- MC Prototype, "Can't Hide"
από The Noise Academy 30 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.