Top Definition
A word used to describe someone who is both scheming and conniving.
"They’re always the ones conniving and scheming. Sometimes they do both. I call that scheniving." - Sarge RvB
από saiyan*queen*vega 5 Φεβρουάριος 2007
6 Words related to Scheniving

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.