Top Definition
2 definitions

1. an action created by flaring your nostrels.
2. An ugly or weird looking person.
For deffinition 1: Emma pull a schennel face!

For deffinition 2:OMG look at that girl, she is such a Schennel!
από DanielleS 8 Ιούνιος 2005
1 Word related to Schennel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.