Top Definition
To do something for the fun of it, and for no other reason. Condensed version of shits and giggles.
Why did he try to blow open the sewage container, for schitzen giggles, no other reason.
από M@$+ErHaxzor! 4 Φεβρουάριος 2007
5 Words related to Schitzen giggles

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×