Top Definition
Verb used to describe severe inebriation,

Comes from "Schitski" a polish sounding name. Being "Schitski'd is being so drunk that when someone tries to talk they sound polish.
Drunk Guy on Couch: Scheneblyia Weckbutan Litzkiniyajebv
Alex: That dude is totally Schitzski'd, I hope someone is taking him home.
από KOOLAID 29 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×